του Ανδρέα Καρίτζη

  1. Ζούμε σε μια έντονα μεταβατική περίοδο όπου ευρύτερα ερωτήματα όπως η σχέση ατομικού και συλλογικού αναδύονται και απασχολούν ανθρώπους που δραστηριοποιούνται σε πάρα πολλούς τομείς της κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας σήμερα. Συνεπώς, δεν είναι ένα ζήτημα το οποίο οι δυνάμεις της χειραφέτησης πρέπει να προσεγγίζουν με ένα αίσθημα μειονεξίας. Αντιθέτως, συζητώντας και εξετάζοντας ένα τέτοιο θέμα μάς τοποθετεί στην προμετωπίδα της προσπάθειας των ανθρώπων παγκοσμίως να πραγματευτούν θεμελιώδεις σχέσεις στο σύγχρονο περιβάλλον έντονων ανακατατάξεων και αλλαγών.

Η σύγχρονη ζωή αποδιαρθρώνει προηγούμενες ταυτότητες και διαμορφώνει πολλαπλές εντάξεις, ενώ οι τεχνολογικές εξελίξεις και η ταχύτητα των αλλαγών «τσιτώνουν» τις κοινωνίες διαλύοντας κοινωνικούς δεσμούς και το αίσθημα του ανήκειν. Τμήματα της κοινωνίας που δεν έχουν πρόσβαση στη γνώση και την πληροφορία μένουν πίσω, ενώ τα υπόλοιπα αναπτύσσουν διαρκώς δεσμούς σε πλανητική κλίμακα. Συνεπώς, παραδοσιακές διαστάσεις συλλογικής ζωής καταστρέφονται και νέες διαστάσεις αναδύονται. Το ερώτημα για εμάς είναι η διατήρηση των δεσμών και η αγωνιστική αναδόμηση των σχέσεων μεταξύ τμημάτων του πληθυσμού που διαρκώς απομακρύνονται και τα οποία είναι απαραίτητα να ενώσουν τις δυνάμεις τους για την αντιμετώπιση των σύγχρονων αδιεξόδων και της επίθεσης που δέχονται οι κοινωνίες από τις ελίτ.

  1. Η διάσταση μεταξύ ατομικής και συλλογικής διάστασης της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ειδοποιό μας χαρακτηριστικό και ποτέ δεν μπορεί να αρθεί πλήρως. Αντί να θεωρούμε ότι αποτελεί ένα πρόβλημα προς επίλυση οφείλουμε να το προσεγγίσουμε με άλλο μάτι, να αναγνωρίσουμε τη δυναμική και το θετικό της περιεχόμενο και να επιδιώξουμε μια κωδικοποίησή της που απελευθερώνει πραγματικά τις δυνάμεις των ανθρώπων, οι οποίοι είναι ουσιωδώς και αναπόδραστα συλλογικά όντα. Η συμπερίληψη πολλών οπτικών επηρεάζει καθοριστικά την ποιότητα των αποφάσεων που λαμβάνονται.
  2. Προσωπικά με ενδιαφέρει ο εντοπισμός και η ανάλυση διαστάσεων της σχέσης ατομικού και συλλογικού σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που είναι κοντά στο τι κάνουν οι άνθρωποι και ειδικότερα οι συλλογικότητες που αγωνίζονται για τη χειραφέτηση των ανθρώπων, την απελευθέρωση και τη διαμόρφωση συλλογικών προτύπων ισότητας και ελευθερίας. Σε αυτό το πλαίσιο οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι εμφανίζονται επίμονες αδυναμίες συλλογικής λειτουργίας των δυνάμεων που μάχονται για έναν καλύτερο κόσμο. Ενδεικτικά:
  • Αναποτελεσματική ομαδική δουλειά: 10 άνθρωποι ενώ θα έπρεπε να είναι πολύ πιο αποτελεσματικοί δουλεύοντας μαζί, συνεργαζόμενοι και αλληλοϋποστηριζόμενοι, καταλήγουν τις περισσότερες φορές να είναι λιγότερο παραγωγικοί από ότι αν δούλευαν σε απομόνωση.
  • Οι δημοκρατικές διαδικασίες τείνουν να είναι χρονοβόρες, δυσλειτουργικές, κουραστικές και αναποτελεσματικές.
  • Διαπροσωπικές εντάσεις τείνουν να αποδιαρθρώνουν συλλογικές διαδικασίες και οργανώσεις.
  • Συλλογικά εγχειρήματα και πρωτοβουλίες τείνουν να στηρίζονται και να διατηρούνται στον χρόνο από την υπερπροσπάθεια και την εξάντληση ενός πυρήνα ανθρώπων και συνήθως σβήνουν όταν οι άνθρωποι ξεπεράσουν τα όρια αντοχής τους.
  • Η ένταξη σε μια συλλογικότητα δεν επιτρέπει πολλούς βαθμούς άρθρωσης του ατομικού και συλλογικού με αποτέλεσμα να καλλιεργούνται δύο ασταθείς καταστάσεις: της πλήρους ένταξης και αφοσίωσης και της σταδιακής απόρριψης από τη συλλογικότητα και τελικά την μη ένταξη.

Η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ ανέδειξε το πρόβλημα σε αυτό το επίπεδο με πολύ μεγάλη ευκρίνεια. Ο ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι το πρόβλημα δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν έχουν διάθεση να ασχοληθούν και να εμπλακούν σε συλλογικές διαδικασίες, ιδιαίτερα σε περιόδους όπως αυτή που διανύουμε. Αντιθέτως, το πρόβλημα έγκειται στο ότι το παραδοσιακό μοντέλο συλλογικής οργάνωσης και κινητοποίησης δεν μπόρεσε να διαχειριστεί, να αξιοποιήσει και να ενσωματώσει λειτουργικά μια τεράστια λαϊκή διαθεσιμότητα σε συλλογικές διαδικασίες που είναι αποτελεσματικές, απελευθερώνουν τις δυνατότητες των ανθρώπων και τροποποιούν τις σχέσεις μεταξύ τους. Συνεπώς, υπάρχει κάποιο δομικό πρόβλημα που οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε σε αυτό το επίπεδο, σε μια περίοδο που η παραδοσιακή κινηματική και κομματική λειτουργία δεν είναι αρκετές για την ανάσχεση της επίθεσης που δέχονται οι κοινωνίες.

  1. Η σχέση ατομικού και συλλογικού συναρτάται και με τα συστήματα αποφάσεων και συλλογικής οργάνωσης. Ζητήματα όπως οριζόντια/κάθετη οργάνωση, αμεσοδημοκρατικές και αντιπροσωπευτικές δομές, ομοφωνία ή ιεραρχία κ.ο.κ. αναδεικνύουν πτυχές της εν λόγω σχέσης και οφείλουμε να σκεφτούμε και να δοκιμάσουμε νέες κωδικοποιήσεις και αρθρώσεις που θα καθιστούν δημιουργικές τέτοιες εντάσεις χωρίς να τις καταργούν.
  2. Μερικά ενδεικτικά στοιχεία που μπορεί να μας είναι χρήσιμα σε μια τέτοια προοπτική:
  • Ο ρόλος της πράξης είναι καθοριστικός για την εξομάλυνση των σχέσεων ατομικού / συλλογικού και εναρμόνισή τους προς μια ευσταθή και λειτουργική κατεύθυνση. Όταν έχουμε κάτι συγκεκριμένο να κάνουμε τότε η αντίσταση της πραγματικότητας και η δυσκολία της δημιουργίας / παραγωγής δημιουργεί ένα ψυχοσυναισθηματικό πλαίσιο όπου η διάσταση ατομικό / συλλογικό αποκτά πιο ρευστή και λειτουργική διάσταση.
  • Από την παρεμβολή της πράξης στη σχέση ατομικού/συλλογικού αλλά και από την καλλιέργεια άλλων ποιοτήτων προκύπτει ότι ο βαθύς, υπαρξιακός αλληλοσεβασμός (αναγνώριση της ατομικής περατότητας και της σημασίας του άλλου), το αίσθημα της κοινής μοίρας και το αίσθημα της ατομικής ευθύνης συνιστούν πτυχές που επίσης βελτιώνουν τη διάδραση, συνύπαρξη και συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων.
  1. Ο ρόλος της πολιτικής οργάνωσης – αν τον σκεφτούμε σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που υπερβαίνει τις συγκεκριμένες μορφές, πρακτικές, οργανωσιακές και μεθοδολογικές έξεις κ.ο.κ. – συνίσταται σε τρεις θεμελιώδεις λειτουργίες: παραγωγή λαϊκής ισχύος (οργανωτής στο κοινωνικό πεδίο των ανθρώπων χωρίς οικονομική ισχύ), παραγωγή πολιτικής ισχύος η οποία συνιστά συμπύκνωση και πολλαπλασιασμό της λαϊκής ισχύος και παράγοντας θεσμικού και κοινωνικού μετασχηματισμού.

Η παραγωγή λαϊκής ισχύος προϋποθέτει δύο βασικές διαστάσεις:

  • Αυτονομία αναφορικά με τις βασικές κοινωνικές λειτουργίες που έχουν ανάγκη οι άνθρωποι χωρίς οικονομική ισχύ (υλική δύναμη επιβίωσης). Χωρίς μια διαρκή δραστηριότητα και ενίσχυση της αυτονομίας των λαϊκών τάξεων από τον έλεγχο των ελίτ η αντιπαράθεση μαζί τους καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής αν όχι αδύνατη. Αυτή η δραστηριότητα σήμερα μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν συμβάλουμε στην απόκτηση της συλλογικής ικανότητας συντονισμού και συνεργασίας σε σύνθετα, αποκεντρωμένα και πολυκεντρικά συστήματα οργάνωσης και παραγωγικής κινητοποίησης των λαϊκών τάξεων.
  • Παραγωγή νοήματος και συναισθηματικής πλήρωσης. Οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται μόνο για την επιβίωση ακόμη και όταν αυτή καθίσταται απολύτως επισφαλής. Οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη ενός ευρύτερου πλαισίου αξιών και ποιοτήτων που δίνουν νόημα στην ύπαρξή τους. Το αγωνιστικό φρόνημα δεν μπορεί να είναι μόνο προϊόν συνδιαλλαγής ή στρατηγικών υπολογισμών.

Αν υποθέσουμε ότι από τις τρεις θεμελιώδεις λειτουργίες μιας πολιτικής οργάνωσης η παραγωγή λαϊκής ισχύος είναι η πιο ατροφική σήμερα και η πιο απαραίτητη για να ανταπεξέλθουμε στην επίθεση που δεχόμαστε και αν θεωρήσουμε ότι αυτές οι δύο διαστάσεις είναι όντως πολύ βασικές τότε αντιλαμβανόμαστε τη σπουδαιότητα της σχέσης ατομικού / συλλογικού για την ανάδυση ενός νέου είδους πολιτικής οργάνωσης συμβατού με τις απαιτήσεις του κοινωνικού και πολιτικού ανταγωνισμού αλλά και τις απειλές και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Τόσο η συλλογική οργάνωση σε επίπεδο επιτέλεσης βασικών κοινωνικών λειτουργιών όσο και η παραγωγή συλλογικού νοήματος εξαρτώνται από την ικανότητά μας να επεκτείνουμε και να διευρύνουμε τις δυνατές κωδικοποιήσεις αυτής της σχέσης, ιδιαίτερα στη μεταβατική περίοδο που μας έλαχε να δώσουμε τους δικούς μας αγώνες.

Advertisements