Το παρακάτω κείμενο είναι απάντηση του Αλαίν Μπαντιού σε γενικά ερωτήματα που του τέθηκαν από συντάκτες του περιοδικού Ballast στο αφιέρωμα «εβδομάδα Ντανιέλ Μπενσαίντ» (Απρίλης 2015). Ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ (1946-2010) υπήρξε ένας από τους πιο διακεκριμένους Γάλλους διανοούμενους καθηγητής Φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Paris VIII και πολιτικός (ηγετική φιγούρα της Ligue Communiste Révolutionnaire).

Να μάχεσαι το ακαταμάχητο

Καταλαβαίνω τι εννοούσε ο Ντανιέλ σαν αντίσταση στο ακαταμάχητο. Είναι λιγάκι σαν αυτό που εννοώ εγώ όταν λέω «πραγματοποιώντας το αδύνατο», αυτό είναι, το να αντιστέκεσαι σε ό,τι εμφανίζεται να είναι σαν μια ακαταμάχητη δύναμη της Ιστορίας και της πολιτικής. Ουσιαστικά, οι εχθροί και οι αντίπαλοί μας πάντα ισχυρίζονται ότι αυτό που υπερασπίζονται είναι το πραγματικό, το οποίο είναι ανίκητο, ότι αυτή είναι η αντικειμενικότητα. Πρέπει να συμφωνήσεις: δεν έχεις άλλη επιλογή από το να αποδεχθείς το πραγματικό. Αλλά αν ακολουθούσαμε αυτού του είδους την επιχειρηματολογία τότε ποτέ δε θα κάναμε τίποτα. Έτσι εγκρίνω απολύτως όταν ο Ντανιέλ λέει «Πρέπει να αντισταθούμε, αλλά πρέπει να γνωρίζουμε ότι σε μια ορισμένη έννοια, από την οπτική της κυριαρχίας, αυτό στο οποίο αντιστεκόμαστε είναι ακαταμάχητο». Πρέπει να το αναγνωρίσουμε αυτό. Η αντίσταση στο ακαταμάχητο είναι να γνωρίζουμε ότι ποτέ δε πρέπει να αποδεχθούμε την περιγραφή του κόσμου που μας παρέχουν οι εχθροί μας, πρέπει να έχουμε τη δική μας οπτική του κόσμου ή αλλιώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.

Η πιθανότητα του συμβάντος

Για καιρό συζητούσα το συμβάν με τον Ντανιέλ. Έλεγε συχνά ότι ουσιαστικά πίστευα σε θαύματα, ότι ήμουν ιδεαλιστής και θρησκευόμενος, επειδή περίμενα το συμβάν, τα καλά νέα… Μου το χρέωνε αυτό, αλλά νομίζω ότι είναι λιγάκι άδικο. Αυτό που αποκαλώ συμβάν είναι απλά ένα συμβάν που σηματοδοτεί η ασυνέχεια στην εξέλιξη του πραγματικού και όχι η άφιξη κάτι απίστευτου ή το αποτελέσματος ενός θαύματος. Είναι μια διαλεκτική κατηγορία. Υπάρχει μια στιγμή που διαφορετικά φαινόμενα αποκρυσταλλώνονται, μια στιγμή όπου συμβαίνει κάτι, το οποίο από την οπτική γωνία του πραγματικού, κάτι το οποίο δε μπορούσαμε να προβλέψουμε ή να συμπεράνουμε από την κατάσταση. Θεωρώ αυτό το συμβάν ως υψηλής σημασίας, επειδή πάντα ξεκινά από εκεί, – για να χρησιμοποιήσω το είδος της γλώσσας του Ντανιέλ – όπου νέες σχέσεις δύναμης, ή μια νέα διάταξη των δυνάμεων στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, μπορεί να αναδυθεί.

Υπάρχει κόμμα και κόμμα…

Λοιπόν, υπάρχει μια μεγάλη διαμάχη! Είναι το ζήτημα της οργάνωσης, που αποτελεί το κεντρικό πρόβλημα της πολιτικής. Ουσιαστικά, η θέση μου είναι ότι κάτι στη φόρμουλα του ταξικού κόμματος, του κομμουνιστικού κόμματος, αποδείχθηκε ελλιπές από τη στιγμή που αυτό κατέλαβε την εξουσία. Το επιχείρημά μου είναι πολύ τεχνικό, ακόμα και αν είναι πολύ απλό. Το Κόμμα, με τον τρόπο που το όρισε ο Λένιν, το Λενινιστικό κόμμα, απέδειξε μέσω της νίκης του, και σε αντίθεση με την εμπειρία των εξεγέρσεων του 19ου αιώνα, οι οποίες όλες συνεθλίβησαν, ότι μπορούμε να κερδίσουμε, με αυτό, το μάλλον στρατιωτικοποιημένο, είδος οργάνωσης. Είναι πολύ σημαντικό γιατί κατέδειξε ότι είχε ένα παγκόσμιο ακροατήριο και συσπείρωσε εκατομμύρια κόσμου. Ακόμη κι έτσι, νομίζω ότι είναι επίσης προφανές ότι αυτή η μορφή οργάνωσης δεν ήταν η κατάλληλη για να διαχειριστεί το κράτος, μακροπρόθεσμα όλα τα σοσιαλιστικά κράτη τελικά απέτυχαν.

Μια επιστροφή στην ερώτηση της οργάνωσης πρέπει να συμπεριλάβει μια αξιολόγηση αυτής της εμπειρίας. Η οργάνωση που χρειαζόμαστε δεν μπορεί απλά να είναι μια εξεγερσιακή μαχητική οργάνωση, αλλά πρέπει επίσης να επιτρέπει ένα νέο τρόπο διαχείρισης του κράτους κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης μεταβατικής περιόδου. Πάντα έλεγα ότι ο καθένας πρέπει να αναστοχαστεί γύρω από αυτό το ζήτημα και πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν έχω κάποια καθαρή απάντηση γι’ αυτό. Η συζήτηση με τον Ντανιέλ δεν ήταν μια διαμάχη γύρω από το «κόμμα ή όχι κόμμα». Μάλλον, αφορούσε μια μορφή οργάνωσης που δοκιμάστηκε κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου πολιτικού προτσές, όπως επίσης και την ανάγκη να ανακαλύψουμε μια οργάνωση που θα μπορούσε να ανταπεξέλθει σε μια άλλη ακολουθία του πολιτικού προτσές.

nuitdeboutΟι δυνατότητες του κομμουνισμού

Είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση, επειδή εγείρει το ζήτημα της ακριβούς σημασίας της λέξης κομμουνισμός (και αυτή είναι μια μεγάλη διαμάχη αυτή τη στιγμή, όπως συμβαίνει). Μπορούμε να σκεφτούμε τον «κομμουνισμό» με τρεις διαφορετικούς, ή αρθρωτούς (αλλά όχι εντελώς ασύμβατους) τρόπους. Ο Κομμουνισμός ως μια μορφή ιδανικού ή ορίζοντος για την επαναστατική πολιτική δραστηριότητα. Δεν εκπροσωπεί ακριβώς μια κατάσταση πραγμάτων η οποία έχει επιτευχθεί και έχει κατανοηθεί τελείως, αλλά μια κατευθυντήρια ιδέα. Για να δανειστούμε από τον Καντ, μπορούμε να πούμε ότι ο Κομμουνισμός είναι μια κανονιστική ιδέα, μια ιδέα Λόγου, μια ιδέα που προσανατολίζει την πολιτική πράξη. Ο δεύτερος τρόπος που μπορούμε να τον δούμε είναι ο αντίθετος: ο κομμουνισμός ως μια συγκεκριμένη κατάσταση κοινωνικής οργάνωσης, είναι η οπτική των ουτοπικών κομμουνισμών που παρείχαν μια λεπτομερή περιγραφή του μέλλοντος που θα έρθει. Τέλος, υπάρχει η ιδέα του Κομμουνισμού ως στάδιο του προτσές της πραγματικότητας: μια πραγματική κίνηση, κάτι που μπορούμε να φανταστούμε ότι θα έρθει ή ότι ίσως έρθει, για λόγους που έχουν τις ρίζες τους στη δικιά μας ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης – έτσι ιδωμένος, ο κομμουνισμός είναι κατανοητός ως ένα ιστορικό πεπρωμένο, ως μια ιστορική κατηγορία της ανθρώπινης μοίρας. Θεωρώ ότι συνεχώς περιστρεφόμαστε γύρω από αυτούς τους τρεις προσδιορισμούς του κομμουνισμού και όταν το αναλύσουμε, αν απαλλαγούμε από την καθαρά ουτοπική ανάλυση (που είναι προϊόν πολιτικής επιστημονικής φαντασίας) καταλήγουμε σε μια σύγκρουση μεταξύ του κομμουνισμού ως ιστορική κατηγορία και του κομμουνισμού ως πολιτική κατηγορία. Για τους Μαρξιστές αυτό είναι μια πραγματικά μεγάλη διαμάχη, που απαιτεί μια συζήτηση μεταξύ βολονταρισμού (η πολιτική είναι πιο δυνατή από την ιστορία) και ορθολογισμού (η πολιτική πρέπει να εκπληρώνει τις δυνάμεις της Ιστορίας).

Η δυνατή παραγωγικότητα της αποτυχίας

Αυτό είναι αρκετά απλό. Προφανώς οι εμπειρίες και οι αποτυχίες (που έλαβαν χώρα σε διαφορετικό χρόνο ή χώρο) είναι θεμελιώδεις έννοιες της πολιτικής. Είμαστε διαλεκτικοί: και η άρνηση ακόμη είναι πηγή γνώσης. Αν κάτι αποπειράθηκε να γίνει, αν ήταν ενδιαφέρον και απέτυχε, τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε τους λόγους για τους οποίους απέτυχε.

Ο αντίπαλος θα θελήσει να μας δώσει ένα μάθημα: «Βλέπετε, απέτυχε». Έτσι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να κάνουμε τη δική μας εκτίμηση για αυτές τις ήττες προκειμένου να δείξουμε ότι δεν ήταν μάταιες επιδιώξεις, αλλά υπήρχαν αποτυχίες, λάθη ή λανθασμένες αποφάσεις – πράγματα που πρέπει να διορθωθούν για να μην επαναληφθούν. Όπως ο Λένιν – παίρνοντας ένα ιστορικό παράδειγμα – άντλησε θεμελιώδη μαθήματα από την ολοκληρωτική ήττα της Παρισινής Κομμούνας. Είναι ιστορικό παράδειγμα, αλλά και κάτι σαν μοντέλο επίσης.

Η κομμουνιστική μας ταυτότητα

Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Για πολύ καιρό στον 20ο αιώνα υπήρχε πραγματικά η έννοια της κομμουνιστικής ταυτότητας, «εμείς ως κομμουνιστές». Σαν αυτοί να αποτελούσαν έναν ολόκληρο κόσμο και ίσως δημιουργούσαν ένα κόσμο ξέχωρο, με την πολύ ισχυρή βεβαιότητα ότι ο κομμουνισμός συνδέεται με μια εμπροσθοφυλακή, ή ότι υπήρχε μια κομμουνιστική πρωτοπορία η οποία όριζε τα μέλη της και ήταν ξέχωρη και ευδιάκριτη από τον υπόλοιπο κόσμο. Ακόμη και ο ίδιος ο Λένιν σκεφτόταν προς αυτή την κατεύθυνση – υπάρχει ένα εκπληκτικό κείμενό του πάνω σε αυτό το ζήτημα το οποίο εξηγεί πως αν 180.000 ιδιοκτήτες μπορούν να διοικήσουν τη Ρωσία, τότε σίγουρα είναι ικανοί να το κάνουν και 250.000 κομμουνιστές. Είναι αυτό που ονόμασα προλεταριακή αριστοκρατία. Αυτή η αριστοκρατική οπτική για τον κομμουνισμό είναι, υπό μια έννοια, ταυτοτική. Είμαι πεπεισμένος ότι είναι κάτι για το οποίο θα έπρεπε να είμαστε δύσπιστοι: πάνω απ’ όλα, ο κομμουνισμός είναι η πραγματική οικουμενικότητα, η βεβαιότητα ότι μπορεί να υπάρξει πολιτική για όλη την ανθρωπότητα. Η Χειραφέτηση είναι χειραφέτηση όλης της ανθρωπότητας και ανθρωπότητα συνεπάγεται μια μεγάλη γκάμα διαφορετικοτήτων, οι οποίες θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Θα συνεχίσουν να υπάρχουν άντρες και γυναίκες, θα συνεχίσουν να υπάρχουν αυτοί που μιλούν Φινλανδικά και αγγλόφωνοι, θα υπάρχουν ακόμη διαφορετικές δουλειές – ακόμη και αν στοχεύουμε στον οικουμενικό άνθρωπο, που έχει γενική γνώση και θεώρηση του κόσμου – και ούτω καθεξής. Ο κομμουνισμός πρέπει να είναι ένα όραμα που ενσωματώνει τέτοιες διαφορετικότητες και, την ίδια στιγμή, δηλώνει μια καθολική κοινότητα ακόμα και μέσα σε καθεμία από αυτές. Θα έλεγα ότι ο κομμουνισμός δεν είναι απαραίτητα μια ταυτότητα: δεν είναι μια ταυτότητα που περικλείει όλες τις άλλες ταυτότητες, αλλά μάλλον ένα κίνημα, μια νέα μορφή συνύπαρξης και κοινωνικότητας όλων των διαφορετικοτήτων.

Μετάφραση-επιμέλεια: Βασίλης Γεροδήμος, Άγγελος Αγγέλης, Μιχάλης Βέρρος

Advertisements