του Μύρωνα Ξυδάκη

Η μετανεωτερικότητα πρόκειται για μια έννοια που αφορά τον «δυτικό πολιτισμό» και κυρίως την κουλτούρα που αναπτύσσεται στις δυτικές πόλεις. Η ουσία της έγκειται στην πολλαπλή αλλοτρίωση, τον διαλυτισμό, τη θραυσματοποίηση και τον μηδενισμό.

Για τη μετανεωτερικότητα δεν υπάρχουν μεγάλες θεωρίες που να ερμηνεύουν την πραγματικότητα με ένα συνεκτικό τρόπο, δεν υπάρχουν καθολικά προτάγματα, δεν υπάρχει ανάγκη για μια κοινή οικουμενική λογική ή για ιδεολογίες όπως δεν υπάρχει ανάγκη υπέρβασης ενός συστήματος. Δεν υπάρχει μία μόνο αλήθεια, μία μόνο πραγματικότητα αλλά θραύσματα, τόσα όσα και τα υποκείμενα. Τα πάντα είναι σχετικά. Οι θεωρίες δεν είναι παρά οπτικές γωνίες θέασης του κόσμου. Κατά αυτόν τον τρόπο η μετανεωτερικότητα έρχεται να τροφοδοτήσει τον σύγχρονο μηδενισμό, τη θέση δηλαδή ότι δεν υπάρχει ανάγκη κανενός νοήματος, δεν υπάρχει καμιά ουσία, τίποτα που να χρήζει στήριξης και ανάδειξης παρά μόνο η γενικευμένη κενότητα.

Τα πάντα μπορούν να αποδομηθούν και να επαναδομηθούν χωρίς κανένα περιορισμό και σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς αφού τίποτα από μόνο του δεν έχει νόημα. Έτσι, ο Εαυτός γίνεται ένα παζλ από πολλά ετερόκλητα κομμάτια χωρίς τίποτα να τα συνέχει Δεν υπάρχουν ταυτότητες αλλά επινοήσεις ταυτότητας και ρόλοι ασύνδετοι μεταξύ τους και συχνά αντιφατικοί. Δεν υπάρχουν πρόσωπα αλλά προσωπεία.

Το παιχνίδι αντικαθιστά τη φιλοπονία και η δράση τη σκέψη. Αποθεώνεται η λογική του ελάσσονος μόχθου, της ευκολίας και της αρπαχτής. Η πνευματικότητα υποτιμιέται και η γνώση αντιμετωπίζεται με έναν καθαρά εργαλειακό και χρησιμοθηρικό τρόπο και όχι ως ένα μέσο κατανόησης και τακτοποίησης του κόσμου. Μαθαίνουμε ό,τι μας είναι χρήσιμο στη δεδομένη συγκυρία. Ειδικά, στις σημερινές συνθήκες με την υπερεξειδίκευση και την έκρηξη της πληροφορίας δεν υπάρχουν γνώσεις παρά μόνο πληροφορίeς ετερόκλητες και ασύνδετες μεταξύ τους.

Ένα ακόμα βασικό χαρακτηριστικό της μετανεωτερικότητας, είναι ο κατακερματισμός του χρόνου. Κάθε γεγονός διαχωρίζεται από τα υπόλοιπα, παρουσιάζεται σαν μια στιγμή χωρίς αλληλουχία και αλληλεξάρτηση με άλλες στιγμές, σαν κάτι το αυτοφυές και ξεκομμένο. Η ιστορία δεν είναι ένα συνεχές με τις τομές και τις ασυνέχειες του αλλά μόνο θραύσματα. Δημιουργείται, έτσι, η αίσθηση μιας αέναης επανάληψης του παρόντος σπάζοντας τις έννοιες της προοπτικής και του βάθους. Τα πράγματα ήταν πάντα έτσι και θα παραμείνουν για πάντα έτσι. Τίποτα δεν αλλάζει.

Ταυτόχρονα, το άτομο αποκομμένο από την έννοια του χρόνου δεν έχει παρελθόν και παρόν για να λογοδοτήσει και πάνω τους να οικοδομήσει αλλά μόνο παρόν για να εκτονωθεί. Αυτή η λογική του κατακερματισμού έρχεται να απογυμνώσει τα γεγονότα από τις σχέσεις αιτίου-αιτιατού που τα διέπουν παρουσιάζοντάς τα ως εκδηλώσεις του μεταφυσικού, κάτι που απλά συμβαίνει και μάλιστα στο διηνεκές. Έτσι, το άτομο αδυνατεί να συλλάβει τους μηχανισμούς της ιστορικής εξέλιξης. Αδυνατεί να αντιληφθεί τα αίτια της κακοδαιμονίας του και αρκείται στο να την παρακολουθεί αποσβολωμένο αναζητώντας απλά τρόπους ατομικής διαφυγής.

Τέλος, το άτομο αποκόπτεται κι από τον χώρο. Αναπτύσσεται ένας ιδιότυπος νέο-νομαδισμός ενώ ο χώρος δεν αντιμετωπίζεται ως βιωμένος τόπος με τους αντίστοιχους σταθερούς δεσμούς αλλά ως ένα πεδίο που είτε περιορίζει είτε επιτρέπει το ξεδίπλωμα των εκάστοτε δυνατοτήτων και την ικανοποίηση των αντίστοιχων επιθυμιών.

Μετανεωτερικός ναρκισσισμός

Μέσα σε αυτό το κλίμα διαμορφώνεται και το κυρίαρχο ανθρωπολογικό μοντέλο του μετανεωτερικού ναρκισσισμού που αποτελεί την ακραία εκδοχή του νεωτερικού ατομικισμού.

Γενικά μιλώντας, η ανάπτυξη και η ολοκλήρωση της ανθρώπινης συνείδησης προκύπτει μέσα από την αναφορά και τη συσχέτισή της με κάτι έξω από αυτήν. Όμως, σε συνθήκες μηδενισμού, απουσίας νοήματος, κατάρρευσης μεγάλων οραμάτων και ιδεολογιών, όπως αυτές που επικρατούν στην εποχή της μετανεωτερικότητας, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν βρίσκει τίποτα έξω από τον εαυτό του στο οποίο θα μπορούσε να επενδύσει, τίποτα που θα μπορούσε να τον συγκινήσει και να τον ενεργοποιήσει.

Έτσι ο σύγχρονος άνθρωπος στρέφει όλη τη συναισθηματικότητα, ενεργητικότητα και δραστηριότητά του στην αυτολατρεία, την αυτοπραγμάτωση και την ανάπτυξη του Εαυτού του, στη βάση ενός εντελώς αυθαίρετου αυτοπροσδιορισμού. Ο καθένας είναι ό,τι δηλώνει και σε όποιον αρέσει (I am what I am). Αυτή η ναρκισσιστική αυτοαναφορικότητα της συνείδησης οδηγεί στην εκμηδένισή της. Αυτοπεριχαράκωση του Εγώ στον ίδιο του τον εαυτό σημαίνει αυτοκαταστροφή του επειδή ακριβώς, όπως ειπώθηκε και προηγούμενα, το Εγώ μπορεί να συγκροτηθεί μόνο σε συσχέτιση με ένα Εσύ, με κάτι δηλαδή έξω από εμάς. Έτσι, γενικεύεται ένα αίσθημα ανικανοποίητου και εσωτερικού κενού που παρά τις ανέσεις του καταναλωτισμού δεν μπορεί να πληρωθεί. Ο άνθρωπος γίνεται έρμαιο των ακόρεστων επιθυμιών και των συμπλεγμάτων του ή αλλιώς του ηδονισμού για τον οποίο έγινε λόγος και προηγούμενα.

Την ίδια στιγμή ο περιβάλλων κόσμος, είτε ο φυσικός είτε ο ανθρώπινος, δεν αποσκοπεί σε τίποτε άλλο πέρα από το να ικανοποιεί ή να ματαιώνει τις δίχως όρια επιθυμίες του. Στη βάση αυτή γεννάται μια χρησιμοθηρική αντίληψη κόστους-οφέλους. Η γνώση, ο άνθρωπος, η φύση, ο πολιτισμός, όλα αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα προς εκμετάλλευση και όχι ως αυταξίες.

Τέλος, ο σύγχρονος νάρκισσος άνθρωπος ζει, όπως προαναφέρθηκε, μόνο στο παρόν, πλήρως αποκομμένος από τις ιστορικές του ρίζες και αδιαφορώντας για το μέλλον. Στη βάση αυτής ακριβώς της έλλειψης ιστορικής συνέχειας είναι που γεννάται η ναρκισσιστική κοινωνία.

Μετανεωτερικότητα και συλλογικότητες

Αυτός ο μετανεωτερικός διαλυτισμός, που περιγράφηκε και προηγούμενα, αντιμάχεται γενικά την ανάγκη της συλλογικής πάλης, της πολιτικής πάλης και ιδιαίτερα κάθε ολιστική – συνολική πρόταση χειραφέτησης, άλλης κοινωνικής συγκρότησης.

Πρωταρχικός του στόχος είναι η κατάργηση κάθε έννοιας κοινότητας. Το περιβόητο θατσερικό «Δεν υπάρχει κοινωνία παρά μόνο άτομα». Κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατο επειδή ακριβώς αντιβαίνει στην ίδια την υπόσταση του ανθρώπου μιας και αυτός είναι από τη φύση του προορισμένος να ζει σε κοινότητες. Μπροστά λοιπόν σε αυτήν την αδυναμία του ο καπιταλισμός – σχηματικά μιλώντας – προσπάθησε να δημιουργήσει υποκατάστατα συλλογικοτήτων που να δίνουν την ψευδαίσθηση μιας κοινωνικότητας. Πρόκειται για νόθες κοινότητες με πολύ περιορισμένους ορίζοντες και με στοχοθεσία είτε πολύ εξειδικευμένη είτε/και πολύ περιοριστική, εστιασμένη στο δευτερεύον. Παράλληλα, λειτουργούν ως φορείς εκτόνωσης και χειραγώγησης. Παράδειγμα, οι σύνδεσμοι φιλάθλων, οι διάφορες κοινότητες gamers κλπ. Επί της ουσίας και η μόδα μια τέτοια λειτουργικότητα επιτελεί: χειραγωγεί την ανάγκη για ανήκειν διαστρεβλώνοντας την ουσία και το περιεχόμενό του. Το ανήκειν συγκροτείται όχι στη βάση υπηρέτησης ενός κοινού στόχου και ενός ευρύτερου οράματος αλλά προσεγγίζεται μέσω της κοινής εξωτερικής εμφάνισης, της κοινής μουσικής κ.λπ.

Με άλλα λόγια οι συνεκτικοί δεσμοί δεν καταργούνται, μιας και κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο, αλλά διαστρεβλώνονται και χαλαρώνουν. Ο σύγχρονος άνθρωπος στις δυτικές κοινωνίες δεν ζει τη ζωή προσκολλημένος σε μια κοινότητα. Ελίσσεται μεταξύ πολλαπλών εξειδικευμένων κοινοτήτων με περιορισμένη δέσμευση στην καθεμία. Αυτή η χαλαρή, ελαστική και ασαφής δέσμευση είναι ένα νέο στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.

Ταυτόχρονα έχουμε την υποχώρηση της ιδεολογίας στην προσωπική ανάμειξη σε μια κοινότητα. Η στράτευση δεν γίνεται με ιδεολογικούς όρους, στη βάση μιας συμφωνίας αλλά με όρους δράσης και επιδίωξης του άμεσου αποτελέσματος ή με όρους ανταποδοτικότητας. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η ενίσχυση συλλογικοτήτων όπως η Χ.Α ή αυτό που λέει αρκετός κόσμος ότι δεν με ενδιαφέρει αν είναι φασίστες ή όχι.

Νέα κοινωνικά κινήματα

Την ίδια στιγμή βέβαια που συμβαίνουν όλα τα παραπάνω υπάρχει και η φωτεινή πλευρά του φεγγαριού. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες διαλυτισμού αναδύονται μια σειρά από νέα υποκείμενα και νέα κοινωνικά κινήματα που ενώ είναι επηρεασμένα από τα όρια που τους θέτει η μετανεωτερικότητα, την ίδια στιγμή υποδεικνύουν με την κίνησή τους τρόπους υπέρβασης των ορίων αυτών.

Ένα πρώτο πολύ θετικό και ελπιδοφόρο στοιχείο είναι ότι η μάζα δεν είναι πλέον και τόσο μάζα. Η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου που εν πολλοίς επιβλήθηκε από τις τεχνολογικές καινοτομίες στο επίπεδο της παραγωγής και από τον πολλαπλασιασμό των πηγών πληροφόρησης, δημιουργεί νέους όρους στη συγκρότηση των υποκειμένων. Πλέον, η κοινωνία των πολιτών είναι πιο πολύπλοκη και απαιτητική, φτιάχνει τις δικές της ηγεσίες, σκέπτεται περισσότερο, γεγονός που καθιστά πολύ ασαφές το όριο μεταξύ κοινωνικού κινήματος και κόμματος.

Η αλλαγή αυτή σε συνδυασμό με τις νέες τεχνολογίες και το διαδίκτυο οδηγεί στην εμφάνιση αυτού που ο Ράινγκολντ αποκαλεί «ευφυές πλήθος». Όπως αναφέρει «οι πολίτες είναι σε θέση να δράσουν συντονισμένα ακόμα και αν δεν γνωρίζουν ο ένας τον άλλον». Οι πλατείες ή η Αραβική Άνοιξη συνιστούν επί της ουσίας αποτέλεσμα της κίνησης ενός τέτοιου «ευφυούς πλήθους».

Παράλληλα μ’ αυτό υπάρχει η εμφάνιση νέων παραγόντων, πιο λαϊκών κοινωνικών υποκειμένων δηλαδή, που συναρθρώνονται όχι ανά κέντρο εργασίας, αλλά ανά θέμα. Είναι πιο ευέλικτα ως προς τον τρόπο διασύνδεσής τους, πιο πλουραλιστικά ως προς τις δυνάμεις που συσπειρώνουν (π.χ. αντιπαγκοσμιοποιητικό και αντιπολεμικό κίνημα 2003) και οι οργανωτικές και διοικητικές δομές τους είναι πιο χαλαρές και πιο πρόσκαιρες. Διαρκούν κάποιο διάστημα, υπάρχουν για μερικούς μήνες, και μετά διαλύονται. Όμως έχουν επιτύχει κάποιο αποτέλεσμα. Και θα κληθούν ξανά για ένα άλλο ζήτημα και, αφού κινητοποιηθούν, θα προκύψουν νέες ιεραρχίες. Δεν υπάρχει πλέον ένα και μοναδικό κέντρο κινητοποίησης, ούτε ένα μόνο θέμα δράσης. Σε μια κινητοποίηση ένας κοινωνικός φορέας θα είναι ο ηγέτης. Σε άλλη κινητοποίηση κάποιος άλλος θα είναι ο ηγέτης.

Υπάρχει, με λίγα λόγια, μια πολυπλοκότητα στις διαδικασίες κινητοποίησης, και θα πρέπει να μάθουμε να κατανοούμε αυτήν την ιδιότητα της συλλογικής δράσης, αυτήν την ελαστικότητα, τη θεματοποίηση της συλλογικής δράσης. Ο Λινέρα κάνει λόγο για «πλουραλιστικές συλλογικότητες» και για «λαϊκή μορφή της σύγχρονης συλλογικής δράσης», που αντιστοιχεί στα πρωταρχικά επίπεδα της δόμησης της εργασιακής ταυτότητας και του εργατικού κινήματος.

Τα νέα αυτά κοινωνικά κινήματα δίνουν βαρύνουσα σημασία σε θέματα ηθικής απαιτώντας την επανα-ηθικοποίηση της δημόσιας ζωής. Διεκδικούν τη δημοκρατία τόσο στο εσωτερικό τους όσο και ευρύτερα. Θέτουν ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή την υπευθυνότητα και τη δοτικότητα και όχι τα μεγάλα λόγια. Αξιώνουν την ανιδιοτελή προσφορά και το φιλότιμο και απεχθάνονται τα καπελώματα και τις προσπάθειες ποδηγέτησης. Μιλούν για ελευθερία όχι όμως στην ατομική της διάσταση, σαν προϋπόθεση της αυτοπραγμάτωσης αλλά για μια ελευθερία συλλογική, ως αναγκαίο όρο αξιοπρέπειας.

Σε στιγμές έξαρσης αρθρώνουν έναν λόγο καθολικό και οραματικό ενώ σε στιγμές ύφεσης υποστρέφουν προς το πιο επιμέρους και πρακτικό, αυτό στο οποίο μια άμεση παρέμβαση θα φέρει ένα πρακτικό αποτέλεσμα έστω και μερικό, δίνοντας την ικανοποίηση ότι κάτι κάνουμε, κάπως βοηθάμε.

Advertisements