Σκέψεις για την Εργασία στον 21ο αιώνα.

Αν κάτι έχει αλλάξει δραματικά, ορίζοντας μάλιστα την εποχή της μετα-νεωτερικότητας, αυτό είναι η Εργασία. Το περιεχόμενο, η ουσία της, αλλάζει με δραματικό τρόπο. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ακόμη ότι αυτή η μεταστροφή ακολουθήθηκε και από μια ανάλογη αλλαγή των αντιλήψεων μας για την Εργασία. Είναι, ίσως κάπως σαν να μην βλέπουμε ή να μην αντέχουμε να δούμε τις αλλαγές αυτές.

Η Εργασία ή μάλλον ότι συνηθίσαμε να αποδίδουμε νοηματικά με τη λέξη αυτή γίνεται στις μέρες μας όλο και πιο βραχυχρόνια, όλο και πιο προσωρινή, καθώς οι μακροχρόνιες καριέρες αντικαθίστανται από βραχύβιες απασχολήσεις. Η Εργασία, έτσι όπως την αντιλαμβανόμασταν από τη βιομηχανική επανάσταση και μέχρι τις αρχές του αιώνα μας, αδειάζει από περιεχόμενο. Σύμφωνα με αξιόπιστες εκτιμήσεις ένας νέος που έχει ενταχθεί στο εργατικό δυναμικό μετά το 2000, αναμένεται να αλλάξει εργοδότη 12 έως 15 φορές κατά τη διάρκεια της εργασιακής ζωής του. Ακόμη, μέσα στις επιχειρήσειςοι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στους ανθρώπους είναι επίσης βραχύχρονες, αφού αυτό είναι πάγια τακτική του σύγχρονου management για να αποφεύγεται ακριβώς η ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων, που θα μπορούσαν να είναι απειλητικές για την επιχείρηση. Κατά συνέπεια η συσχέτιση είναι μικρής διάρκειας και μάλιστα μόνο αυτό μπορεί να είναι: απλή συσχέτιση, χωρίς κανένα σχεσιακό βάθος. Αλλά αυτή η απουσία σχέσης, καταδικάζει τον εργαζόμενο στην «αντικειμενοποίηση» του Άλλου. Στην μετατροπή του Άλλου σε αντικείμενο χρήσης, αδιάφορου για κάθε χαρακτηριστικό ειδοποιό της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η «αντικειμενικοποίηση» του συνεργαζόμενου, συναδέλφου, Άλλου είναι στην πραγματικότητα η «εργαλειοποίηση» του Άλλου. Η αντίληψη δηλαδή, σύμφωνα με την Μάρθα Νουσμπάουμ, ότι ο Άλλος μπορεί να αντιμετωπίζεται

  • ως όργανο-εργαλείο για τους σκοπούς τους δικούς μου ή του εργοδότη,

  • ως να του λείπει η ικανότητα να αυτενεργεί

  • ως να του λείπει η στοιχειώδης δομή προσωπικότητας

  • ως να ανήκει σε κάποιον άλλο, πέρα από τον Εαυτό του

  • ως κάτι ανταλλάξιμο, ενοικιάσιμο, υποκαταστήσιμο, καταναλώσιμο, κλπ

  • ως κάτι που επιτρέπεται να υποστεί βλάβη

  • ως αντικείμενο που δεν έχει ανάγκη να ενδιαφερθεί κάποιος για τα συναισθήματα και τις εμπειρίες του, αρνούμενοι ουσιαστικά και εν τέλει την υποκειμενικότητα του.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι διαπροσωπικές σχέσεις καθίστανται επιφανειακές, απλές συσχετίσεις όπως προ-είπαμε, πυροδοτώντας το φαινόμενο που οι ίδιοι οι executives του Cityορίζουν ως φαινόμενο «σιλό». Δηλαδή, περίκλειστες προσωπικότητες, κλεισμένοι στον εαυτό τους άνθρωποι, αποφευκτικοί χαρακτήρες, άνθρωποι κάπως ακίνητοι, που δεν εμπλέκονται στα «πόδια του Άλλου», ιδιαίτερα μάλιστα όταν δεν σχετίζεται άμεσα με την εργασία τους. Η παλιά καλή δοκιμασμένημικροαστική συνταγή του «Βασίλη, κάτσε φρόνιμα να γίνεις νοικοκύρης» βρίσκει εδώ την καλύτερη εκδοχή κοινωνικού μαγειρέματος. Ταυτόχρονα, βέβαια, περιορίζεται η πάλαι ποτέ ζητούμενη αφοσίωση στην «εταιρεία», αλλά αυτό μοιάζει να μην απασχολεί και πολύ, αφού ο χρόνος έχει αποκτήσει μια παροντική προσωρινότητα, αφήνοντας τις μεγάλες κουβέντες για την «αιώνια εταιρική αγάπη» στην άκρη.

Ο Οριακός ανθρωπολογικός τύπος που κυριαρχεί, αποσκοπεί –«υπάρχει» γι’ αυτό- έτσι κι αλλιώς, στη μείωση της όποιας επικινδυνότητας διατρέχει τον κόσμο γύρω του και ο παλιός προμηθεϊκός Εαυτός που ήθελε όλα να τα κατακτήσει -από την δίπλα γκόμενα-ο μέχρι την ίδια τη Φύση και το απώτερο διάστημα- έχει εγκαταλείψει το πεδίο. Ο οριακός τύπος ζει για να αποφύγει, καταδικασμένος έτσι να μη ζει. Γι’ αυτό και στο πεδίο της Εργασίας ή μάλλον πολύ περισσότερο εκεί, εμφανίζεται αποφασισμένος να μειώνει διαρκώς τις προστριβές, να περιορίζει τις ανησυχίες που μπορεί να προκαλέσουν οι όποιες πολιτικές, φυλετικές, θρησκευτικές, εθνικές ή ακόμη και ερωτικές διαφορές. Και για να το πετύχει αυτό «ζει», ά-σχετα, δίχως σχέση, αποφευκτικά.Με την έννοια αυτή, βασικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου «εργαζόμενου» ανθρώπου, είναι μια διαπεραστική εικόνα αναστολής, αναβλητικότητας της ίδιας της ζωής, ένα συγκαλυμμένο αίσθημα ανεπάρκειας, μια ακραία ευαισθησία στην αρνητική κριτική και το βασικότερο μια έντονη παρόρμηση αποφυγής της κοινωνικής αλληλεπίδρασης.

Αν όλο αυτό μας φέρνει κάπως στο νου τη μαρξιστική ανάλυση για την Αλλοτρίωση, ως αποξένωση των ανθρώπων από τις πτυχές της ανθρώπινης φύσης τους, ως συνέπεια της ζωής τους σε μια κοινωνία στρωματοποιημένη σε κοινωνικές τάξεις, μάλλον εδώ πρόκειται για κάτι βαθύτερο υπαρξιακά. Για μια αλλοτρίωση στον κύβο. Για την ίδια την απαλλοτρίωση του ανθρώπινου προσώπου.

Ο Μάρξ στο έργο του «Οικονομικά και Φιλοσοφικά χειρόγραφα του 1844», προσδιόρισε τέσσερις τύπους αλλοτρίωσης που επιβαρύνουν έναν εργαζόμενο, με βάση ένα τριαδικό μοντέλο σχέσεων, που δεν εκπληρώνονται στο πλαίσιο της καπιταλιστικής λειτουργίας. Πρώτη, η αλλοτρίωση που «παράγεται» εξ’ αιτίας της αποξένωσης του εργαζόμενου από το προϊόν της εργασίας του, της λύσης δηλαδή της σχέσης μεταξύ δημιουργού-δημιουργήματος. Δεύτερη, η αλλοτρίωση που προκύπτει εξ’ αιτίας της αποξένωσης του εργαζόμενου από τη διαδικασία παραγωγής, της διακοπής δηλαδή της σχέσης δημιουργού-δημιουργίας. Τρίτη, η αποξένωση του εργαζόμενου από τους άλλους εργαζόμενους, η λύση δηλαδή της σχέσης με τον απέναντι Άλλο. Και τέταρτη, η αλλοτρίωση του ίδιου του εργαζόμενου, η αποξένωση από τον εαυτό του «ως παραγωγό», όπως εύστοχα αναλύει ο θείος Κάρολος. Εδώ, ακριβώς, σ’ αυτή την τελευταία μορφή αλλοτρίωσης, κρύβεται πιθανόν μια κεφαλαιώδης διαφορά σε σχέση με τις συνθήκες του μετανεωτερικούπαγκοσμιοποιημένου Καπιταλισμού. Γιατί δεν πρόκειται πλέον για την αλλοτρίωση του ίδιου του εργαζόμενου ως παραγωγού, η αποξένωση δηλαδή από τη δημιουργική πτυχή του Εαυτού, αλλά για την αποξένωση από τον ίδιο τον Εαυτό, τελεία. Πρόκειται για την υπαρξιακή αλλοτρίωση ή μάλλον καλύτερα για υπαρξιακή αλλοίωση-έκπτωση, που συντελείται κύρια στο πεδίο της Εργασίας, αλλά ως τέτοια απειλεί και επηρεάζει το σύνολο του βίου.

Ίσως αυτή η υπαρξιακή αλλοίωση να εκφράζεται πιο εύστοχα με το «αποτράβηγμα», στο οποίο αναφέρεται ο HilaryPutnam, ως ένα τρόπος για να επιτυγχάνεται η ομογενοποίηση, ο «χυλός», και να αποφεύγονται οι δυσβάστακτες προκλήσεις, οι συναντήσεις με τον Άλλο και τη διαφορετικότητα του. Έτσι κι αλλιώς, όλο αυτό είναι πολύ κοντά στην αιτούμενη και βολική μικροαστική «ουδετερότητα». Η νέα μεγάλη πλανητική ιδέα είναι να εξουδετερωθεί η διαφορά. Να «εξημερωθεί» η ανεπανάληπτη μοναδική διαφορετικότητα, η υποκειμενική ετερότητα, του καθενός, ώστε να διεκπεραιωθεί άνετα η εργασιακή εργαλειοποίηση. Να εξημερωθεί μάλιστα, πολύ συχνά, μέσα από την δικαιωματική, νομικίστικη, αναγνώριση της, αλλά αυτό είναι ένα άλλο τεράστιο θέμα.

Συνέπεια όλων αυτών των λόγων, είναι η ανάδυση ενός άλλου νοήματος για την ανθρώπινη εργασία. Γιατί απέναντι σ’ αυτή την υπαρξιακή λεηλασία, είναι φανερό ότι ο ανθρώπινος ψυχισμός θα έβρισκε κάποιους τρόπους για να αντιδράσει, κάποιες στρατηγικές ψυχικής αντιμετώπισης.

Η πρώτη περίπτωση είναι να υποχωρήσει κανείς, διαστρεβλώνοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τα πράγματα στο πεδίο της Εργασίας του, διαιωνίζοντας ουσιαστικά την κατάσταση της υπαρξιακής του ανυπαρξίας. Πρόκειται για μια λειτουργία Συντήρησης της πραγματικότητας και βασικό της χαρακτηριστικό είναι η παρερμηνεία της κατάστασης και προφανώς η ανακριβής αξιολόγηση της. Εκατοντάδες χιλιάδες στελέχη διακατέχονται απ΄ αυτή τη λειτουργία της Υπαρξιακής Συντήρησης, ενισχυμένοι από ψυχοφάρμακα, διάφορα διεγερτικά και ευφορικά σκευάσματα, πρώτης της «μεγαλειώδους» κοκαΐνης κ.λπ. ή από καταναλωτικά «εξαπτέρυγα» και άλλα παραισθησιογόνα.

Η δεύτερη περίπτωση είναι να «αποδράσει» κανείς, προσπαθώντας διαρκώς να βεβαιώσει τον εαυτό του πως «υπάρχει» και «παρα-υπάρχει», τόσο στο εργασιακό πεδίο, όσο βέβαια και ευρύτερα. Τα όποια συμπτώματα υπαρξιακής αλλοτρίωσης, δεν υπάρχουν καν στο αντιληπτικό πεδίο του ανθρώπου, που δραπετεύει από τα αρνητικά του συναισθήματα, παρά το γεγονός ότι το «κενό» παραμένει πεισματικά εκεί. Οι εργαζόμενοι της «κατηγορίας» αυτής απομακρύνονται ακόμη και από τη σκέψη σε σχέση με την κατάσταση τους, εγκαταλείποντας ολόκληρες πτυχές του εαυτού και της ζωής, αρνούμενοι να έρθουν αντιμέτωποι με ότι νιώθουν. Έτσι παραμένουν καθηλωμένοι, αφού δεν δέχονται την αλήθεια και προφανώς δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα, αφού δεν αναγνωρίζουν καν πως συνιστούν πρόβλημα. Με τη στρατηγική αυτή της ΥπαρξιακήςΑπόδρασηςή Αποφυγήςο εργαζόμενος εγκαταλείπει την ίδια τη συναισθηματική του ζωή. Δεν νιώθει πια! Περιφέρεται παθητικά, ανίκανος να βιώσει τόσο την πραγματική ικανοποίηση, όσο βέβαια και τον πόνο και καταλήγοντας, συχνά, σε σχέσεις εξαιρετικά επώδυνες για τους Άλλους γύρω του. Η επιρρέπεια στους εθισμούς δεν είναι μικρότερη εδώ.

Η τρίτη περίπτωση αφορά στους εργαζόμενους που «βιώνουν» το εντελώς αντίθετο απ’ ότι βιώνουν, πείθοντας τον Εαυτό τους ότι ισχύει το αντίθετο απ’ ότι ισχύει στ’ αλήθεια. Νιώθουν, συμπεριφέρονται και σκέφτονται σαν να είναι ξεχωριστοί, ανώτεροι, τέλειοι και σχεδόν αλάθητοι, προσκολλημένοι στο φανταχτερό προσωπείο του επιτυχημένου. Η στρατηγική αυτή της ΥπαρξιακήςΑντεπίθεσης ή Αναπλήρωσης, μιλώντας με όρους ψυχολογίας, προβάλλει συχνά ως μια εναλλακτική λύση απέναντι στην ανυπαρξία και στην ταπεινωτική αλλοτρίωση της εργασίας στο σύγχρονο κόσμο. Είναι μια κάποια διέξοδος απέναντι σ’ αυτή την τρομερή αίσθηση ευαλωτότητας και υπαρξιακού μηδενισμού. Είναι μια Οριακή λύση επιβίωσης. Τις περισσότερες φορές η στρατηγική αυτή κάνει τον εργαζόμενο άνθρωπο να φαίνεται απόλυτα υγιής και η δυτική κοινωνία είναι γεμάτη από «πετυχημένους» της τέχνης, των επιχειρήσεων, της βιομηχανίας μόδας ή της μουσικής, που απλά αναπληρώνουν, με τον θαυμασμό των άλλων, την ανυπαρξία τους. Γιατί, αυτή η κατάκτηση της επιδοκιμασίας είναι στην πραγματικότητα μια προσπάθεια αναπλήρωσης του έντονου αισθήματος ανεπάρκειας, που αφήνει πίσω της η βαθιά υπαρξιακή αλλοτρίωση. Ωστόσο, και αυτή η στρατηγική, οδηγεί, μακροπρόθεσμα στην απομόνωση, καθώς όλο το μοντέλο λειτουργεί ανασταλτικά στις ανθρώπινες σχέσεις, ακόμη περισσότερο απ’ ότι η ίδια η αλλοτριωμένη εργασία. Οι άνθρωποι χάνουν την ικανότητα τους να εμπιστεύονται, να επικοινωνούν σε ένα βαθύτερο επίπεδο και να είναι ευαίσθητοι. Εκατομμύρια εργαζόμενοι προτιμούν να χτίσουν ολόκληρη την εργασιακή τους ζωή, όπως βέβαια και την προσωπική τους, πάνω σε μια τέτοια στρατηγική Αναπλήρωσης, παρά να διακινδυνεύσουν να γίνουν ευάλωτοι, έστω και για μια στιγμή. Μην τυχόν και η πανοπλία τους εμφανίσει κάποια ρωγμή. Όμως, αρκεί μια σημαντική «βλάβη» για να νιώσουν συντετριμμένοι και να οδηγηθούν στην κατάθλιψη, εκτός και αν καταφέρουν και πάλι να μεταφέρουν το πεδίο της ευθύνης τους κάπου έξω από τους ίδιους.

Είναι εύλογο ό,τι και οι τρείς αυτές στρατηγικές αντιμετώπισης της υπαρξιακής αλλοίωσης, στις περισσότερες περιπτώσεις, έχουν «κοντά ποδάρια», μιας και δεν απαντούν ουσιαστικά στο υπαρξιακό πρόβλημα, που τίθεται κραυγαλέα στο πεδίο της ανθρώπινης εργασίας.

Και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, όλο και πιο πολλοί εργαζόμενοι, όλο και πιο συχνά, επιλέγουν το δρόμο μιας υπαρξιακής «θεραπείας», μακριά από μια τέτοια Εργασία και τις ευνουχιστικές-εργαλειακές απαιτήσεις της. Γι’ αυτό και μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, σταθερά απαλλάσσονται από την ονείρωξη της εύρεσης νοήματος ζωής μέσω της Εργασίας. Το νόημα της ζωής έγκειται ακριβώς στην αφαίρεση μιας τέτοιας αφαιρεμένης Εργασίας.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να επιχειρηθεί μια σύνδεση των σκέψεων αυτών με ότι συμβαίνει στο πολιτικό πεδίο το τελευταίο χρονικό διάστημα και κυρίως στα γεγονότα του Brexit και στην εκλογική νίκη του Trump.

Αυτό λοιπόν, το λούμπεν προλεταριάτο που τόσο καθυβρίστηκε από τα παγκόσμια και ντόπια ιερατεία της π(ω)λητικής ορθότητας, δεν είναι μια ομάδα «χωρικών που αδυνατούν να αντιπροσωπεύσουν τα πολιτικά τους συμφέροντα», ούτε μπορεί κανείς απλά να καταγγέλλει τον «αντιδραστικό τους ρόλο» και να ησυχάζει, ούτε βέβαια είναι αρκετό, πλέον, να ερμηνεύουμε τις βαθύτατες κοινωνικές αλλαγές που, ανεπίγνωστα ακόμη, διαδραματίζονται απλά «με όρους σύγκρουσης αντικρουόμενων συμφερόντων και των υλικών δυνάμεων που τις καθορίζουν». Το παιχνίδι, φαίνεται ότι αλλάζει πίστα και το να «ταμπελιάζει» κανείς τα εκατομμύρια των προλετάριων που ψήφισαν υπέρ του Brexitή του Τράμπσαν ακροδεξιούς, αμόρφωτους, λαϊκιστές ή απομονωτιστές (κατά Τσίπρα), δεν δείχνει τίποτα περισσότερο παρά τη βαθιά ψυχαναγκαστική ανάγκη των κυρίαρχων ελίτ να μορφοποιήσουν όπως-όπως τον ανασφαλή ευρωπαϊκό βάλτο που φαντασιώνουν ως «κοινωνία». Να σχηματοποιήσουν και να πειθαρχήσουν στις δικές τους εξουσιαστικές ανάγκες το ξεχειλωμένο δυτικό πουλοβεράκι. Γιατί αυτό το λούμπεν προλεταριάτο συστήνεται, μέρα με τη μέρα, από πρώην εργαζόμενους που απαλλάχτηκαν οριστικά και από τρείς στρατηγικές επιβίωσης που αναλύσαμε προηγούμενα. Αυτό το προλεταριάτο δεν επιθυμεί ούτε να Συντηρεί, ούτε να Αποφεύγει, ούτε βέβαια να Αναπληρώνει το υπαρξιακό του κενό, εντός της Εργασίας του. Αυτός ο κόσμος επιθυμεί να υπάρξει και ξέρει καλά ότι εντός της Εργασίας αυτό δεν είναι εφικτό.

Αν παρατηρήσει κανείς λίγο τα σχετικά στοιχεία από το βρετανικό δημοψήφισμα, μπορεί να διαπιστώσει ότι στα μητροπολιτικά κέντρα, κατεξοχήν του Λονδίνου, αλλά και στο Μάντσεστερ και στο Λίβερπουλ, υπερψηφίστηκε το Remain. Ειδικότερα, στο κέντρο του Λονδίνου, το Remain συσπείρωσε το 75% των ψήφων και στο ευρύτερο μητροπολιτικό Λονδίνο το 59%.  Και πως αλλιώς θα μπορούσε να γίνει, αφού η Μητρόπολη, εξ΄ ορισμού, επιδιώκει τη σύνθεση όλης της επικράτειας, απεχθάνεται τις διασχιστικές τάσεις και «ζει» από τη συγκατοίκηση όλων «εκεί», όχι τόσο γεωγραφικά, όσο μέσω του εξουσιαστικού πλέγματος  των δικτύων της. Η Μητρόπολη είναι το κέντρο της «μαγικής εμπορικότητας», η χαρά της προτεστάντικης εργασίας, το λα λαλατης κάθε πρέζας και της κάθε μαγικής σκέψης, αρκεί να μπορεί να αγοράσει κανείς το κατάλληλο «χάπι». Φαίνεται, δηλαδή, ότι στο σαχλό «πρόσωπο» της Μητρόπολης, πεθαίνει ταυτόχρονα και η Πόλη και η Ύπαιθρος και μαζί τουςπεθαίνει και η Εργασία, ανοίγοντας ένα δρόμο για το θάνατο της Αλλοτρίωσης. Στη φάτσα του μαγεμένου εργαζόμενου μικροαστού που διεκπεραιώνει τη Μητροπολιτική λογική, σκοτώνεται ταυτόχρονα και ο Εαυτός και η Συλλογικότητα. Αυτό που παραμένει ακόμη παγιδευμένο μέσα στο Μητροπολιτικό δίχτυ,  είναι ένα ελάχιστο του Εαυτού και ένα ολίγον από Συλλογικότητα.  Ένα απόκομμα της Πόλης κι ένα τρίμμα της Υπαίθρου.

Με μια κουβέντα, η «ζωντάνια» κατοικεί έξω από το μητροπολιτικό κέντρο σε περιοχές λιγότερο «κατοικήσιμες».  Η ζωή κατοικεί έξω από την Εργασία. Κάποιοι το έχουν ήδη πάρει χαμπάρι: η Μητρόπολη είναι ένας απελπισμένος κόσμος , που απλά οφείλει να κινείται, γιατί είναι αδιανόητο να περιμένει.  Πρέπει να προλάβει να «καταστραφεί».  Όσο κινείται,  δεν «χαμπαριάζει» το υπαρξιακό της κενό. Και η απομάκρυνση από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα την ακινητοποιήσει,  πιστοποιώντας τη μετέωρη ύπαρξη της. Η αγωνία δεν ήταν λοιπόν μην πεθάνει με το Brexit, αλλά μην τυχόν και γίνει η νεκροψία. 

Αντίθετα, στις υποβαθμισμένες περιοχές που πλήττονται από την αποβιομηχανοποίηση και την ανεργία, εκεί δηλαδή όπου οι άνθρωποι,αναγκαστικά,έχουν απαλλαγεί από τις στρατηγικές της επιβίωσης, το Brexit ξεπέρασε, συχνά, ακόμη και το 70%. Έξω από την Μητρόπολη, το «λουμπεναριό» της «Υπαίθρου», δεν πέφτει στα γόνατα για να αναρριχηθεί σε καμιά εργασιακή ή άλλη ιεραρχία και καυχιέται ότι δεν δίνει δεκάρα τσακιστή για την Ευρώπη, την Οικονομία, την Ανάπτυξη, την Εργασία που έγινε Απασχόληση ή όποιο άλλο μύθο παράγει η κάθε Μητρόπολη.  Η μόδα των businessasusual , φαίνεται πως δεν πιάνει εδώ. Οι managers του City, οι χρηματιστές και λοιποί, μοιάζουν κάπως βουτηγμένοι σ’ ένα υγειονομικό betadine, μυρίζουν φορμόλη και προκαλούν μονάχα χαχανητά, σαρκασμό και περιφρόνηση. Σε μια ιδιότυπη ιεραρχία της αποστροφής,  όλοι αυτοί οι υπαρξιακά ανύπαρκτοι «εργαζόμενοι»,διαγκωνίζονται με το  μπάτσο για την πρώτη θέση. Μπορώ να ακούσω έναν άνεργο σ’ ένα τυπικό μπαρ στα περίχωρα του Λίβερπουλ να σαρκάζει την Εργασία τους:  «σόρυ κιόλας, αλλά δεν γαμιόσαστε!». Και κυριολεκτεί!


Φαίνεται έτσι πως στην αγγλική περιφέρεια, όπως και στην αμερικανική, ένας ολόκληρος κόσμος, ένας κόσμος ήδη εφικτός, ζει «μια χαρά» χωρίς τους μύθους για τα εργασιακά δικαιώματα, τη σύνταξη και το πολυδιαφημισμένο -και συνταγματικά εγγυημένο- δικαίωμα στην εργασία. Ειδικά για το τελευταίο,  γελάνε και τα συρτάρια των γραφείων των ιδιωτικών εταιρειών ενοικίασης «εργαζομένων».  Ο Πωλ Λαφάργκ και το Δικαίωμα του στην Τεμπελιά,  κυκλοφορεί εδώ με μια άνεση, που φέρνει τον πεθερό του, τον Κάρολο, σε δύσκολη θέση. Και το πιο ζόρικο για τις αριστερές συνειδήσεις μας, είναι ότι αυτός ο κόσμος δεν νιώθει ούτε καν «επισφαλής εργασιακά», κυρίως γιατί έχει πάψει να ορίζει τον Εαυτό του σε σχέση με το «παραμύθι» της Εργασίας.  Ή καλύτερα, δεν ορίζει την ύπαρξη του σε αναφορά με την πραγματικότητα της αφαίρεσης της Εργασίας.  Αν δεν το καταλάβαμε,  ο κόσμος αυτός δεν αποδέχεται πλέον ούτε καν την ανάγκη για Εργασία,  αφού,  έτσι κι αλλιώς, αυτό που πάντα έκανε ήταν διάφορες μικροδουλειές. Για τον κόσμο αυτό, η επιχείρηση, τελεσίδικα πλέον, δεν είναι ένας τόπος-τρόπος για να υπάρχει και αρνείται ολοκληρωτικά σ΄αυτήν ακριβώς την αφαιρεμένη εργασία τη δυνατότητα να τον προσδιορίζει ταυτοτικά. Αυτή η Εργασία είναι α-νόητη!

Για το προλεταριάτο που ζει στη σκιά των Μητροπόλεων σε όλη την Ευρώπη, σκιά είναι η Μητρόπολη. Υπαρξιακή σκιά. Για το προλεταριάτο που ζει στην ανεργία ή στη σκιά της Εργασίας, σκιά είναι η ίδια αυτή η Εργασία. Όπως υπαρξιακές σκιές είναι οι εργαζόμενοι «άλλοι», οι εγκλωβισμένοι στις παγίδες της Συντήρησης, της Απόδρασης ή της Αναπλήρωσης. Και βέβαια, σ΄ αυτήν την  υπαρξιακή σκιά,  η εργασία μοιάζει να είναι ο μόνος τρόπος να «υπάρχει» κανείς. Αλλά υπάρχει ή αυτό-βαυκαλίζεται; Γιατί αν βγει κανείς από κει,  ανακαλύπτει έκπληκτος, ότι μπορεί να υπάρχει και αλλιώς. Ως ερωτευόμενος, για παράδειγμα. Κι έτσι,  όσο κι αν ο μάνατζερ καλεί σε συμμετοχή και ο «σύντροφος» σε ταξική πάλη, η αδιαφορία είναι η μόνη απάντηση.  Αδιαφορία για μια εργασία-φρίκη, που προαπαιτεί τον αναγκαστικό αυτο-ακρωτηριασμό της ύπαρξης για να την κάνει να «υπάρξει».

Έξω από τις Μητροπόλεις, έξω από την Εργασία, ένας άλλος κόσμος γεννιέται ή ζητάει να γεννηθεί, που βασικά γράφει στ’ αρχίδια του, μεταξύ πολλών άλλων,  και τις περισπούδαστες αναλύσεις μας  και  υπογράφει με το σύνθημα «Είμαστε οι πρωτόγονοι μιας νέας συνειδητότητας, αλλιώς τον ήπιαμε. Είμαστε οι εξόριστοι της Εργασίας και των Μητροπόλεων και, μάλλον, είμαστε καλά».

Μπορούμε να τους συναντήσουμε;