Μια κριτική ανάγνωση της εισήγησης από την οπτική γωνία του “Open Marxism project” (1).

Η εισήγηση είναι ένα πολύ ενδιαφέρον και περιεκτικό κείμενο που αναλύει με επάρκεια σχεδόν όλες τις πτυχές της κατάστασης την οποία βιώνουμε.  Ξεκινάει από τη διεθνή συγκυρία και τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζεται η Ελλάδα, μιλάει για την κατάσταση της αστικής τάξης, το πολιτικό σύστημα, την «αριστερά» στην κυβέρνηση (Α, 1-10). Αναλύει την κατάσταση στην κοινωνία, το ριζοσπαστισμό και την υποστροφή του, την πολύ ενδιαφέρουσα και οξυδερκή παρατήρηση μιας διαδικασίας «αποαριστεροποίησης», το ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ (Α, 11-17).

Μετά έρχεται η εισήγηση της γραμμής που συνοψίζεται στο Γενικό στόχο «διέξοδος της χώρας από το μνημονιακό ημιαποικιακό καθεστώς» – «απελευθέρωση», και το Στρατηγικό στόχο της δημιουργίας «πολιτικού κινήματος διεξόδου», οι οποίοι βασίζονται σε περετέρο ανάλυση της κοινωνικής κατάστασης (το κοινωνικό πρόβλημα της προλέταριοποίησης-αποβιομηχάνισης) και της πολύ ενδιαφέρουσας και κατατοπιστικής ανάλυσης της κατάστασης της αριστεράς και του αναρχικού χώρου και των οργανώσεών τους (Α, 18-33).

Στο Β Μέρος που αφορά εμάς ξεκινάει με έναν εμψυχωτικό τρόπο, που τόσο έχουμε ανάγκη, για να περάσει στην ανασκόπηση και αυτοκριτική μας για την περίοδο από το 2010 έως τώρα (Β, 1-9). Τέλος, αναφέρεται στο μέλλον, στον οργανισμό που θέλουμε να είμαστε έναν οργανισμό που θα υπηρετεί την τριπλή επιλογή «πολιτικό κίνημα-Αναζήτηση και συμβολή-Ικανότητα συμμετοχής σε ενδιαφέροντα εγχειρήματα και ιστορικά κινήματα (Β, 10-16).

Αν κουράσαμε με αυτή τη σύνοψη είναι γιατί δεν θέλουμε να νομιστεί ότι δεν εκτιμούμε τις αρετές της εισήγησης (στις οποίες θα επανέλθουμε πιο συγκεκριμένα) με την κριτική που ακολουθεί.

Δύο είναι οι βασικές αδυναμίες της εισήγησης κατά την άποψή μας: (α) η έλλειψη σύνδεσης της προσπάθειας απελευθέρωσης στην Ελλάδα με μία εκτίμηση για το ποια θα μπορούσε να είναι η πορεία απελευθέρωσης σε διεθνές επίπεδο (γεγονός που τονίζεται από το γενικό στόχο που θέτει η εισήγηση: «διέξοδος από το μνημονιακό καθεστώς» και όχι υπέρβαση του καπιταλισμού). Είναι προφανές ότι ως απελευθέρωση εννοείται η κατάκτηση της ανεξαρτησίας της χώρας στα πλαίσια του καπιταλισμού. Προσοχή, αυτό δε σημαίνει ότι έχουμε την αντίληψη ότι στόχος θα έπρεπε να είναι άμεσα και αδιαμεσολάβητα το πέρασμα στον κομμουνισμό μέσα από επαναστατικές διαδικασίες. Απλά θέτουμε υπό αμφισβήτηση το κατα πόσο η εθνική ανεξαρτησία είναι ασύνδετη με την απελευθέρωση από τον καπιταλισμό και εφικτή στα πλαίσια του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος. Επισημαίνουμε επίσης ότι στόχος της κριτικής μας και της πρότασής μας στην κοινωνία θα έπρεπε ίσως να περιλαμβάνει, ιδιαίτερα σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής κρίσης, της οποίας τα μνημόνια είναι συνέπεια (2), κριτική του καπιταλιστικού συστήματος. Όχι όμως την κλασικού, ΚΚΕ τύπου, κριτική αλλά μια νέου τύπου, κοινωνική κριτική, πιο ζωντανή στην οποία ερχόμαστε ευθύς αμέσως.

Αυτή η δυνατότητα ενός νέου τύπου κριτικής αποκλείεται από τη δεύτερη (β) αδυναμία της εισήγησης που είναι η εμμονή στη δημιουργία/συμμετοχή σε ένα «πολιτικό κίνημα διεξόδου» (στρατηγικός στόχος). Η εμμονή αυτή είναι ολοφάνερη παντού και δικαιολογείται ως εξής:

«Το πολιτικό κίνημα οφείλει να είναι η κύρια μορφή υπόστασης του πολιτικού οργανισμού που επενδύει όλη τη δραστηριότητά του στην ανάγκη αυτή. Με πιο απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι η ΚΟΕ, ως πολιτικός οργανισμός υποστηρίζει την επιλογή της πολιτικής πάλης, την σφαίρα που αγκαλιάζει και καθορίζει την εξέλιξη της πολιτείας, όπου παίρνονται οι κεντρικές αποφάσεις και συμπυκνώνονται οι λειτουργίες, οι νόμοι, η διοίκηση του συστήματος.» (Β, 12).

Η αντίληψη αυτή φανερώνει οτι υπάρχει μια λίγο έως πολύ στεγανή διάκριση ανάμεσα στο πολιτικό και το κοινωνικό/οικονομικό ενάντια στην οποία το Open Marxism project αντιπαραθέτει την «ενότητά τους μέσα από τη διαφορετικότητά τους»(3). Φανερώνει επίσης ότι ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα αναπαράγει την εξουσία του, την εκμετάλλευση και την αλλοτρίωση των ανθρώπων καθημερινά δεν είναι αρκετά συνειδητός ή θεωρείται δεδομένος και ανάξιος λόγου. Υπονοεί την αντίληψη ότι αν καταλάβουμε την πολιτική εξουσία μπορούμε με διοικητικές πράξεις να απαλλαγούμε από την εξουσία αυτή (4). Συνεπάγεται επίσης οτι ενώ στα λόγια αρνούμαστε το ρόλο της «πρωτοπορίας του προλεταριάτου, στην πράξη η κίνησή μας μέσα στο «πολιτικό κινημα» έχει τη στόχευση να στρέψει το κίνημα αυτό στο «σωστό στόχο»: σε κεντρικά πολιτικά (με στενή έννοια) αιτήματα. Αν αναγνωρίσουμε ότι η εξουσία του συστήματος παράγεται και αναπαράγεται κάθε φορά που αγοράζουμε ένα πακέτο τσιγάρα, κάθε πρωί που πάμε στη δουλειά, κάθε φορά που πάμε σε μια συναυλία, τότε ίσως μπορούμε και πρέπει να θέσουμε άλλους στόχους στην κριτική μας και την παρέμβασή μας. «Η απελευθέρωση θα είναι βασικά υπόθεση του λαού» αναφέρει η εισήγηση (Α, 18) και πολύ σωστά, αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι και η υποδούλωσή του συντελείται καθημερινά με δική του ευθύνη ή συγκατάθεση. Η κοινωνική κριτική της καθημερινότητας, ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα καθημερινά εκμαιεύει αυτή τη συγκατάθεση καταστρέφοντας ταυτόχρονα τις ζωές μας φαίνεται σε μας να είναι ο δρόμος για τη διέξοδο την οποία αναζητούμε. Εκεί βρίσκονται οι μόνιμες «ρωγμές» του συστήματος και οι προοπτικές «εμφάνισης ενός εναλλακτικού πόλου» (Α, 4) και όχι τόσο στην «κρίση αντιπροσώπευσης» και την «προλεταριοποίηση-περιθωριοποίηση» που τις τοποθετεί η εισήγηση (Α, 25). Αυτή η κατεύθυνση θα μπορούσε να δώσει και μια ‘φρεσκάδα’ που τόσο λείπει από τους στόχους του πολιτικού κινήματος τους οποίους θέτει η εισήγηση (Β, 14).

Αντί γι’ αυτό, η εισήγηση υποστηρίζει ότι ένα πολιτικό κίνημα διεξόδου θα δημιουργηθεί, όταν διαμόρφωθεί πειστική, συνολική, πολιτική εναλλακτική πρόταση και όταν «στόχοι, ιδέες, αρετές και αξίες προβληθούν, δοκιμαστούν, αντιπαρατεθούν, επιχειρηματολογηθούν και αξιοποιηθούν μέσα στην κοινωνία και στην πάλη που διεξάγεται» (Α, 23). Το πρόβλημα με αυτό το πλάνο είναι διπλό: από τη μία, το πρώτο σκέλος του, εκτός του ότι μοιάζει υπερβολικά με πλατφόρμα που η εισήγηση αλλού αποκηρύσσει, περιορίζεται στο πολιτικό με στενή έννοια πεδίο και αναπαράγει τη διάκριση κοινωνίας-πολιτικής. Το δεύτερο σκέλος του έχει με την κοινωνία μια σχέση εξωτερική: όλοι αυτοί οι στόχοι οι αξίες και οι αρετές θα έρθουν στην κοινωνία ‘απ’ έξω’. Αν στοχεύσουμε στην κριτική της καθημερινότητας θα έρθουν σαν το φυσικό επακόλουθο αυτής της κριτικής, ‘από μέσα’. Αυτή η εσωτερική ανάδυση των άλλων αξιών και ιδεών είναι σημαντική γιατί έτσι η καπιταλιστική εξουσία αποκαλύπτεται ως καθημερινή διακύβευση και αποτέλεσμα της ταξικής πάλης, και γιατί επίσης το πλάνο για μια πολιτική διεξόδου που αναζητούμε θα προκύψει ως φυσικό επακόλουθο και κτήμα του κινήματος και όχι σαν έτοιμη πλατφόρμα που θα φορεθεί από και στο κίνημα.

Η προβήματικότητα της διάκρισης κοινωνίας και πολιτικής με βάση την οποία είναι δομημένη η εισήγηση, φαίνεται και από το γεγονός ότι αφήνει ανεξήγητη τη «λογική της ανάθεσης» (Α, 12) αν και η υπέρβασή της είναι ένας από τους μοχλούς για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου της δημιουργίας πολιτικού κινήματος (Α, 21). Πώς αλλιώς μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή τη λογική αν όχι από το γεγονός ότι και στα μυαλά των ανθρώπων και στη λογική του συστήματος η στεγανή διάκριση κοινωνίας και πολιτικής είναι παρούσα;

Μια τελευταία παρατήρηση που αφορά την πεποίθηση ότι η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ «λίγο μπορεί να φωτίσει τα σημερινά προβλήματα και τις επιλογές που πρέπει να κάνουμε» (Β, 2) και ότι «δεν τίθεται σήμερα θέμα αμυντικής υπεράσπισης ή «αποκατάστασης» [του Μαρξισμού] αλλά αξιοποίησης σε εντοπισμένες συνθήκες» (Β, 11). Νομίζουμε ότι και οι δύο εκτιμήσεις είναι εσφαλμένες. Η πεποίθηση ότι Κομμουνισμός και Μαρξισμός=Σοβιετική Ένωση=Ολοκληρωτισμός είναι βαθιά ριζωμένη στις συνειδήσεις των ανθρώπων, νέων και ηλικιωμένων, και η Αριστερά δεν έχει ακόμα κλείσει τους λογαριασμούς της με αυτό το θέμα με ικανοποιητικό τρόπο, από την οπτική γωνία τόσο των θεωρητικών συμπερασμάτων όσο και της απάντησης στην αστική… «προπαγάνδα» αν θέλετε. Το Open Marxism project, με την αυστηρή κριτική που κάνει στον ορθόδοξο Μαρξισμό, ανοίγει δρόμους και προς αυτή την κατεύθυνση. Η χρησιμότητα της κατάρρευσης για τις σημερινές μας επιλογές φαίνεται αν δούμε τη διαδικασία αποαριστεροποίησης στην Ελλάδα σήμερα ως επανάληψης, σε εθνική κλίμακα, αυτού που συμβαίνει τα τελευταία είκοσι χρόνια σε παγκόσμια κλίμακα με αφορμή την κατάρρευση. Η μορφή της αντιμετώπισης και των δύο διαδικασιών πρέπει να έχει τη μορφή της αυστηρής κριτικής και αυτοκριτικής και των κατάλληλων αποστάσεων και στις δύο περιπτώσεις.

Η εισήγηση έχει δίκιο και στο εξής σημείο: ότι «οι ριζοσπαστικές δυνάμεις βρίσκονται σε ιδεολογική και γνωσιοθεωρητική κρίση» (Β, 11) και ότι «δεν υπάρχει επαναστατική θεωρία ή αλλιώς υπάρχει μια κρίση σε θεωρητικό επίπεδο» (Β, 15). Οι αδυναμίες της εισήγησης εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο. Οι επεξεργασίες του Open Marxism project δίνουν πολλές και σημαντικές απαντήσεις σε αυτή την κρίση και δείχνουν μια κατεύθυνση διεξόδου στην οποία κινείται και η δική μας, ελλιπής, πρόταση για κίνηση προς την κατεύθυνση της κοινωνικής κριτικής της καθημερινότητας.


(1) Το Open Marxism project εμφανίστηκε το 1992 σαν απάντηση στους ισχυρισμούς για το τέλος του Μαρξισμού μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, και αποτελεί μια εξόχως ενδιαφέρουσα προσπάθεια να προωθηθεί μια ανάγνωση του Μαρξ πέρα από τον ορθόδοξο μαρξισμό τύπου ΚΚΕ και το στρουκτουραλισμό των Αλτουσέρ και Πουλαντζά, αλλά και πέρα από τον Γκράμσι. Η ανάγνωση αυτή γίνεται στη βάση των επεξεργασιών της Σχολής της Φρανκφούρτης (κυρίως του Αντόρνο) και αντλεί από μια σειρά άλλων θεωρητικών όπως οι: Λούξεμπουργκ, ο πρώιμος Λούκατς, Κορτς, Μπλόχ, Ρούμπιν, Πασουκάνις, Ροσντόλσκι, Ανιόλι. Το ενδιαφέρον με αυτό το project είναι ότι δίνονται εξηγήσεις και δρόμοι διεξόδου για φαινόμενα όπως η κρίση του Μαρξισμού (πριν και μετά την πτώση του τοίχους), η υποτιθέμενη εξαφάνιση της εργατικής τάξης, το τέλος της ιστορίας, ερμηνείες για τις αντιθέσεις που ταλανίζουν το Μαρξισμό (και τις κοινωνικές επιστήμες εν γένει): δογματισμός-σχετικισμός, υποκείμενο-αντικείμενο, δομή-άτομο, ντετερμινισμό-βολονταρισμό κτλ. Βάζει στο κέντρο της ερμηνείας του Μαρξ την πάλη της εργατικής  τάξης ως κινητήριο μοχλό της ιστορίας και ως πραγματικότητα συστατική των κοινωνικών σχέσεων άλλα και των μαρξικών εννοιών όπως η αξία, το χρήμα, το ίδιο το κεφάλαιο. Ο όρος “Open” αναφέρεται στο ‘άνοιγμα’ των μαρξικών κατηγοριών που επιτυγχάνεται με αυτό τον τρόπο, άνοιγμα που συνοψίζεται ίσως στην αντίληψη της καπιταλιστικής πραγματικότητας ως μια συνεχή διαπραγμάτευση-σύγκρουση και διακύβευση της ύπαρξής της μέσα από, ή καλύτερα, μέσω της καθημερινής πρακτικής όλων των ανθρώπων, και αυτό ενάντια στην καταθλιπτική αίσθηση ότι ο καπιταλισμός είναι «μπετόν αρμέ» απέναντί μας ή στην καθησυχαστική πίστη ότι η υπέρβασή του είναι αναπόφευκτη.

(2) Τί άλλο είναι η κρίση που διανύουμε αν όχι η αποτυχία του διεθνούς κεφαλαίου να καθυστερεί επάπειρον το ξέσπασμα της κρίσης υπερπαραγωγής μέσω συνεχούς επέκτασης της πίστωσης και μονεταριστικών πολιτικών, και τί άλλο είναι τα μνημόνια αν όχι η προσπάθεια να περάσει το κόστος της κρίσης από το ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα στο κράτος και μέσο αυτού στις πλάτες του λαού; Και τί άλλο είναι η επιμονή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους αν όχι η προσπάθεια να περάσει μεγαλύτερο μέρος του κόστους της κρίσης από την Αμερική στην Ευρώπη (που είναι κύριος κάτοχος του Ελληνικού χρέους); Για την καθυστέρηση της κρίσης μέσω πίστωσης δες (ήδη από το 1992!) Simon Clarke, The Global Accumulation of Capital and the Periodisation of the Capitalist State Form, σε Open Marxism, Volume I, 1992, σελ.147.

(3) Δες Werner Bonefeld, Social constitution and the form of the capitalist state, σε Open Marxism, vol. 1, 1992 σελ. 98. Το σημείο αυτό είναι και μια από τις πολλές σημαντικές διαφορές ανάμεσα στο στρουκτουραλισμό και τις επεξεργασίες του Open Marxism project: για τον πρώτο το κράτος είναι «μια έκφανση της κοινωνίας ανάμεσα σε άλλες» ενώ για το δεύτερο το κράτος είναι «η μορφή την οποία παίρνει η ταξική πάλη» πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει διαφορά ή ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει μια αυστηρή διάκριση ανάμεσα στο οικονομικό/κοινωνικό και το πολιτικό (δες Introduction, Open Marxism vol. I, 1992, σελ. xv).

(4) Αυτό είναι ένα παράξενο «τυφλό σημείο» ή ασυνέπεια της εισήγησης αν κανείς παρατηρήσει ότι στο σημείο Β, 15 επισημαίνει με μεγάλη ενάργεια ότι «Η αποκωδικοποίηση της σχέσης-κεφάλαιο δεν είναι τόσο απλή υπόθεση και δεν ισχύει ότι απλά η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής θα την καταργούσε».